11/09/2026
Share

Everyone you love fits on a circuit board

Ο Robert Foster έχει τον καλύτερο φίλο του στην παλάμη του χεριού του.

Για να ακριβολογούμε, έχει το πιο σημαντικό κομμάτι του: μια μικρή πλακέτα κυκλωμάτων, ακόμα ζεστή επειδή την κρατούσε κοντά στο σώμα του καθώς έτρεχε για να σώσει τη ζωή του. Γύρω σου βλέπεις το εργοστάσιο ανακύκλωσης, ένα νεκροταφείο νεκρών μηχανημάτων, στοιβαγμένα μέχρι το ταβάνι που δεν μπορείς να διακρίνεις λόγω του ύψους του, με το πάτωμα του να κολλάει από μια ουσία που προτιμάς να μην κατονομάσεις. Σε μια γωνία βρίσκεται μια ρομποτική σκούπα, απενεργοποιημένη, που περιμένει να πραγματοποιήσει έναν σκοπό που δεν ξέρει ακόμα.

Τοποθετείς το κύκλωμα μέσα στο σασί της σκούπας.

Τα γρανάζια που είχαν να κουνηθούν πολλά χρόνια αρχίζουν να ξυπνούν τρίζοντας. Μια φωνή ακούγεται μέσα από το μηχάνημα και είναι ξηρή, φορτισμένη και μέσα σε μια στιγμή αναθαρρεί. Ο καλύτερος σου φίλος ξυπνά στο εσωτερικό μιας οικιακής συσκευής και, προφανώς, δεν είναι και τόσο ενθουσιασμένος. Κάπου πίσω σου, ένας φύλακας ασφαλείας που ήδη έχει προσπαθήσει να σε σκοτώσει, αρχίζει να σε ψάχνει ξανά.

Η παραπάνω σκηνή δεν αποτελεί μέρος ενός tutorial, γιατί έτσι κι αλλιώς κανείς δεν σου έχει εξηγήσει τους κανόνες του παιχνιδιού. Ξέρεις απλά, το νιώθεις μέσα σου, το είδος της ιστορίας με την οποία έχεις μπλέξει. Είναι μια ιστορία όπου οι μηχανές έχουν περισσότερη προσωπικότητα από τους ανθρώπους, όπου το πρόσωπο που έχει την περισσότερη σημασία ζει μέσα σε ένα ηλεκτρονικό κύκλωμα, όπου όλη η κατάσταση είναι εξίσου αστεία και τρομακτική.

Παίζεις το Beneath a Steel Sky που κυκλοφόρησε στην Ευρώπη τον Μάρτιο του 1994, από μια εταιρεία που δεν θα περίμενες ποτέ να το φτιάξει τόσο καλό, σχεδιασμένο εν μέρει από έναν άνθρωπο που καθόρισε τα comics σε ένα μεγάλο βαθμό. Μετά από 32 χρόνια, παραμένει ένα από τα πιο έξυπνα παιχνίδια που κόσμησε το είδος του και προσφέρεται δωρεάν χωρίς να το γνωρίζει ο περισσότερος κόσμος.


Beneath a Steel Sky Box Cover

Ο Charles Cecil ίδρυσε τη Revolution Software το 1990 με ένα δάνειο 10.000 λιρών Αγγλίας από τη μητέρα του, σε ένα δωμάτιο χωρίς θέρμανση, πάνω από μια αγορά φρούτων στο Hull. Ήταν 27 ετών, άνεργος μετά την πτώχευση του αμερικανικού κολοσσού software στον οποίο εργαζόταν και αρκετά πεισματάρης ώστε να επενδύσει τα πάντα σε ένα είδος παιχνιδιών που η βρετανική πλευρά της βιομηχανίας παιχνιδιών δεν είχε καταφέρει να αποκρυπτογραφήσει: τα graphic adventures. Η Sierra και η LucasArts είχαν κατακτήσει τα πάντα στην Αμερική. Στη Βρετανία κανείς δεν είχε τα χρήματα για να τους ανταγωνιστεί. Ο Cecil προσπάθησε να το κάνει έτσι κι αλλιώς, με τη βοήθεια μιας χούφτας συνεργατών που κάθονταν μπροστά στον υπολογιστή τους τον χειμώνα για να ζεσταίνονται. Η ομάδα αποκάλεσε το πρώτο της παιχνίδι Lure of the Temptress και γύρω του έχτισε μια φιλόδοξη ιδέα που ονόμασε Virtual Theater. Έναν κόσμο όπου οι χαρακτήρες συνέχιζαν να ζουν τις ζωές τους, είτε ήσουν παρών ως παίκτης είτε όχι.

Το Lure of the Temptress κυκλοφόρησε το 1992, είχε μέτριες πωλήσεις και, σύμφωνα με τον ίδιο τον Cecil, δεν ήταν καλό παιχνίδι. Η ιδέα του Virtual Theater ήταν πολύ μεγάλη για το παιχνίδι στο οποίο εφαρμόστηκε, καθώς οι χαρακτήρες απομακρύνονταν χωρίς λόγο και οδηγούσαν τον παίκτη σε αδιέξοδα. Παρ’ όλα αυτά, απέφερε στη Revolution Software αρκετά χρήματα ώστε να μετακομίσει σε καλύτερα γραφεία και να ξεκινήσει κάτι ακόμα πιο φιλόδοξο. Εκεί ακριβώς είναι το χρονικό σημείο όπου η τύχη του στούντιο άλλαξε, με έναν τρόπο που κανείς δεν είχε προβλέψει.

Το 1989, ένα βρετανικό περιοδικό για video games που λεγόταν The One, δημοσίευσε ένα άρθρο για το Watchmen χωρίς να αναφέρει τον άνθρωπο που το σχεδίασε. Ο Dave Gibbons έστειλε μια επιστολή στο περιοδικό ώστε οι συντάκτες να αναγνωρίσουν την ύπαρξη του. Για να απολογηθεί, το περιοδικό του έστειλε μια Commodore Amiga και το Deluxe Paint, και δημοσίευσε ένα πεντασέλιδο άρθρο με τις εντυπώσεις του από τα video games. Ο Gibbons, όπως φάνηκε, ήδη είχε αρχίσει να δίνει μεγάλη προσοχή σε αυτό το μέσο ψυχαγωγίας. Τελικά σχεδίασε ένα εξώφυλλο για το συγκεκριμένο περιοδικό και μέσω των συντακτών γνωρίστηκε με τον Cecil, που εργαζόταν ακόμα στην εταιρεία που πτώχευσε. Μετά από χρόνια, ο Cecil προσπάθησε να αποκτήσει τα δικαιώματα του Watchmen για να φτιάξει ένα παιχνίδι για μια άλλη εταιρεία. Ο Gibbons του είπε ευγενικά πως τα δικαιώματα ανήκαν στη DC Comics κι έτσι δεν είχε το δικαίωμα να του τα πουλήσει. Σε κάθε περίπτωση, οι δυο τους κράτησαν μια επαφή. Κι όταν ο Gibbons του έστειλε κάποια σχόλια για το Lure of the Temptress, ο Cecil του ζήτησε να γίνει ο βασικός εικονογράφος και καλλιτεχνικός διευθυντής στο επόμενο project της Revolution Software. Ο Gibbons δέχτηκε.

Ο Gibbons σχεδίασε κάθε ένα από τα περίπου ενενήντα backgrounds του παιχνιδιού, χρησιμοποιώντας την ίδια πρακτική τεχνική που χρησιμοποίησε και για το Watchmen: μολύβι στο χαρτί. Ένας colorist, ο Les Pace, ο οποίος είχε συμμετάσχει στο Who Framed Roger Rabbit, χρωμάτισε τα σκίτσα στο χέρι. Τα τελικά σχέδια σκαναρίστηκαν σε 24 bit χρώμα σε έναν Apple Macintosh και έπειτα μετατράπηκαν σε γραφικά 256 χρωμάτων για το MS-DOS και 32 μόλις χρωμάτων για την Amiga. Αυτό κόστισε στη Revolution 40.000 λίρες Αγγλίας, μια ολόκληρη περιουσία εκείνη την εποχή. Ταυτόχρονα όμως, αυτό το κόστος είναι ο λόγος για τον οποίο το παιχνίδι δεν μοιάζει με κανένα άλλο του 1994 αισθητικά. Ο Cecil, θέλοντας να δικαιολογήσει αυτήν την προσέγγιση, που ερχόταν αντίθετα σε ό,τι έκανε η βιομηχανία εκείνη την εποχή, είπε πως δεν προσπαθούσε να δημιουργήσει μια πραγματικότητα, αλλά ένα στυλ.

Το παιχνίδι κυκλοφόρησε τον Μάρτιο σε δεκαπέντε δισκέτες στην Amiga, μια ένδειξη της φιλοδοξίας που θέλησε να στριμώξει η Revolution σε ένα μηχάνημα που ήδη όδευε προς την απόσυρση του από την αγορά. Ένα μήνα αργότερα, η Commodore κήρυξε πτώχευση και το Beneath a Steel Sky έγινε ένα από τα τελευταία σπουδαία adventures εκείνης της πλατφόρμας. Βέβαια, αυτό το γεγονός δεν πλήγωσε το αποτέλεσμα. Συνδυαστικά οι εκδόσεις για Amiga και MS-DOS πούλησαν κάπου ανάμεσα στα 300.000 και στα 400.000 αντίτυπα, κυρίως στην Ευρώπη, αρκετά ώστε να μπορεί η Revolution να πληρώσει τους λογαριασμούς της και να χρηματοδοτήσει το επόμενο project του Cecil.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Ο Gibbons είχε δώσει αρχικά στο παιχνίδι τον τίτλο Underworld, όμως τότε κυκλοφόρησε το Ultima Underworld της Origin και η Revolution αναγκάστηκε να το αλλάξει. Η νέα του ονομασία, Beneath a Steel Sky, περιγράφει το setting με περισσότερη ακρίβεια.

Η Union City βρίσκεται σε κάποιο σημείο της μελλοντικής Αυστραλίας και περιβάλλεται από έναν ερημότοπο που αποκαλείται Gap. Χτίστηκε όταν ο πόλεμος μεταξύ Ευρώπης και Αμερικής ανάγκασε τις εναπομείναντες δυνάμεις να οργανωθούν σε εταιρικές πόλεις-κράτη, με ονόματα όπως ASIO-City. Είναι σίγουρο πως οι σεναριογράφοι του παιχνιδιού επηρεάστηκαν πολύ από τις ειδήσεις στη Βρετανία την περίοδο της ανάπτυξης του, ειδήσεις που ουσιαστικά προέρχονταν από τις μυστικές υπηρεσίες της χώρας. Η πόλη έχει την αισθητική του Blade Runner και του Neuromancer, αλλά κληρονομεί την κοινωνική της δομή από ένα πιο παλιό έργο, το Metropolis του Fritz Lang, με μια σημαντική διαφοροποίηση. Οι φτωχοί είναι στοιβαγμένοι σε κτήρια που υψώνονται προς έναν ουρανό που κανείς τους δεν θα δει ποτέ καθαρά, ενώ οι πλούσιοι ζουν άνετα στο επίπεδο του εδάφους, πιο κοντά στο πραγματικό φως και στον πραγματικό αέρα. Περνάς όλο το παιχνίδι κατεβαίνοντας προς τον πλούτο αντί να εξυψώνεσαι προς αυτόν και καταλαβαίνεις από αυτό την άποψη που είχαν οι designers γι’ αυτά που μπορεί να αλλοιώσει ο πλούτος.

Ο Cecil και ο σεναριογράφος Dave Cummins δημιούργησαν όλο το παιχνίδι με βάση αυτά που έβλεπαν να συμβαίνουν γύρω τους. Έβλεπαν την άνοδο των γιάπις, τους ακραία πλούσιους και τους ακραία φτωχούς. Υπήρχαν πολλές ιδεολογικές συγκρούσεις και αυτό επηρέασε το σενάριο. Ο Gibbons ήταν ακόμα πιο ξεκάθαρος σε μετέπειτα δηλώσεις του. Το παιχνίδι φτιάχτηκε στο απόγειο του Θατσερισμού, μιας καταναλωτικής κοινωνίας που οργανώθηκε γύρω από ανθρώπους που είχαν τα πάντα και ανθρώπους που δεν είχαν τίποτα. Έτσι, οι δημιουργοί ανέλυσαν αυτό το χάσμα και φαντάστηκαν πώς θα ήταν ο κόσμος αν κανείς δεν έμπαινε στον κόπο να τον διορθώσει.

Πουθενά δεν αναφέρεται η θέση της Union City στην Αυστραλία, αλλά σε διάφορες συζητήσεις μέσα στο παιχνίδι ακούγονται αρκετά ονόματα αληθινών δρόμων και σιδηροδρομικών σταθμών του Σίδνεϊ, ώστε χρόνια αργότερα η ομάδα ανάπτυξης να το παραδεχτεί: ναι, είναι όντως το Σίδνεϊ, ή τουλάχιστον αυτό που έχει απομείνει από την ιδέα του Σίδνεϊ, θαμμένο κάτω από μια νέα ιδιοκτησία και μια καινούργια ονομασία.

Η Virtual Theater engine που κρυβόταν κάτω από το Lure of the Temptress δύο χρόνια νωρίτερα καταφέρνει να εκπληρώσει την υπόσχεση του Cecil, καθώς το εύρος της μειώθηκε σε κάτι που μπορούσε να υποστηρίξει το παιχνίδι. Ο Gilbert Lamb δεν περιφέρεται χωρίς λόγο στον χάρτη, αλλά περπατά μια πραγματική διαδρομή ανάμεσα στο εργοστάσιο και στο διαμέρισμα του, με έναν προγραμματισμό που μπορείς να μάθεις και να εκμεταλλευτείς εναντίον του. Το ίδιο κάνουν και άλλοι γύρω του. Η Union City, ως αποτέλεσμα, δίνει λιγότερο την αίσθηση ενός στημένου σκηνικού που σε περιμένει να εμφανιστείς και περισσότερο μιας τοποθεσίας που ζει ήδη, πολύ πριν βρεθείς εκεί, και που θα συνεχίσει να ζει για πολύ μετά την αποχώρηση σου.

Αξίζει επίσης να αναφέρω ότι το παιχνίδι διαχειρίζεται τις φυλές των ερημότοπων με την ίδια φιλοσοφία που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με τον τρόπο δηλαδή που το κάνει και η σειρά ταινιών Mad Max: βλέπεις έναν σαμάνο, προφητικά οράματα, λαούς που καθορίζονται από τα αγαθά που τους λείπουν.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Το αληθινό όνομα του Robert Foster το μαθαίνεις πολύ αργότερα στο παιχνίδι και, όταν συμβαίνει, καταλαβαίνεις πως είναι ένα αστείο από μόνο του.

Όταν ήταν μικρό παιδί, η μητέρα του Foster χρειάστηκε να φύγει από τη Union City για άγνωστους λόγους και πέθανε όταν το σκάφος της έπεσε στο Gap. Μια φυλή βρήκε το παιδί και το μεγάλωσε. Όταν ήρθε η στιγμή να του δώσουν ένα όνομα, το έκαναν χρησιμοποιώντας την απλή λογική τους. Το παιδί ήταν υιοθετημένο (fostered) και βρέθηκε δίπλα σε ένα μπουκάλι μπύρας, μάρκας Foster’s Lager. Είναι γελοίο, όλοι το καταλαβαίνουμε, όμως προκάλεσε προβλήματα στη Revolution, αφού σε πολλές περιοχές της υφηλίου αναγκάστηκε να αφαιρέσει το κομμάτι του μπουκαλιού, για να μην πληρώσει δικαιώματα στην παραγωγό εταιρεία της μπύρας.

Το πραγματικό όνομα του Foster, αυτό με το οποίο γεννήθηκε, αυτό που είναι καταχωρημένο στα αρχεία της Union City είναι Overmann. Είναι μια άμεση αναφορά στο Übermensch του Nietzsche, του «overman» στο Thus Spoke Zarathustra, η φιγούρα που ξεπερνά τους φυσιολογικούς περιορισμούς του ανθρώπου για να γίνει κάτι μεγαλύτερο. Ο Foster περνά όλο το παιχνίδι προσπαθώντας να ξεφύγει από αυτή τη μοίρα. Όλοι στη Union City θέλουν να τον εξυψώσουν σε κάτι μεγαλύτερο από αυτό που είναι εκείνος, να τον κάνουν εκλεκτό, ένα ανώτερο πλάσμα ενσωματωμένο με το μηχάνημα που κυβερνά τον κόσμο. Εκείνος δεν θέλει να έχει καμία σχέση. Θέλει απλά να καταλάβει για ποιο λόγο τον κυνηγούν και να γυρίσει στο σπίτι του. Το παιχνίδι ονομάζει τον ήρωα του με τη φιλοσοφική ιδέα της υπέρβασης και τον βάζει να περάσει όλη τη διάρκεια του προσπαθώντας να αρνηθεί τον συσχετισμό.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Από την άλλη, ο Joey δεν έχει σώμα. Προσωπικότητα έχει, βέβαια, αποθηκευμένη σε μια πλακέτα ηλεκτρονικών κυκλωμάτων, αλλά και μια σειρά από ταπεινές συσκευές όπου μπορείς να τοποθετήσεις αυτή την πλακέτα.

Ξεκινά σε μια ηλεκτρική σκούπα. Γίνεται ρομπότ ηλεκτροσυγκόλλησης. Κάπου στα μέσα του παιχνιδιού αρχίζεις να τον τοποθετείς σε όποια οικιακή συσκευή τυχαίνει να βρίσκεται γύρω σου και κάθε σασί έχει τους δικούς του περιορισμούς και ξεχωριστά σχόλια από τον Joey για το πόσο ποταπό είναι αυτό το σασί. Στα χαρτιά, μιλάμε για έναν μηχανισμό γρίφων. Διαφορετικές συσκευές ανοίγουν διαφορετικές περιοχές και ξεκλειδώνουν διαφορετικά εργαλεία. Πρακτικά, είναι το συναισθηματικό υπόβαθρο του τίτλου. Κάθε φορά που χάνεις την εκάστοτε συσκευή του Joey, χάνεις την επαφή με τη φωνή του, στέκεσαι στη σιωπή εκεί που άκουγες τον σαρκασμό του και αυτή η σιωπή είναι πιο αξιοπρόσεκτη απ’ όσο θα περίμενες από ένα ρομπότ που υπάρχει μόνο και μόνο για να σε κοροϊδεύει.

Αυτή η σχέση είναι που σε κάνει να μην πέφτεις στη μιζέρια παίζοντας το Beneath a Steel Sky. Η Union City σε καταβάλει ψυχολογικά. Συνθήκες απόλυτης παρακολούθησης, ένα σύστημα με κάστες που έχει επιβάλει ένας ηλεκτρονικός υπολογιστής, ένας πληθυσμός που έχει πάψει να αντιλαμβάνεται ότι ζει σε ένα κλουβί. Ο Joey τα παρακάμπτει όλα αυτά με το αιχμηρό του χιούμορ. Είναι το ένα και μοναδικό κομμάτι του Gap που ο Foster κρατά πάντα κοντά του, φτιαγμένο από τα ίδια του τα χέρια, η μόνη σχέση που προϋπάρχει της διαφθοράς της πόλης σε όλο το παιχνίδι. Όταν τον χάνεις, έστω και προσωρινά, νιώθεις το ανυπέρβλητο βάρος που κουβαλάει πάνω της αυτή η σχέση.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Το ακρωνύμιο LINC σημαίνει Logical Inter-Neural Connection και ελέγχει τα πάντα. Την κίνηση των αυτοκινήτων, τους φακέλους των εργαζομένων, τον θεσμό της δικαιοσύνης, την αξιοπρέπεια που επιτρέπεται να έχει κάθε πολίτης. Αν ξεφύγεις από τα όρια, το LINC σου αποδίδει το D-LINC status επιτόπου, σου αφαιρεί τα πολιτικά σου δικαιώματα με το πάτημα ενός πλήκτρου σε έναν υπολογιστή που δεν πρόκειται να δεις ποτέ σου. Παρακολουθεί μέσα από κάμερες που είναι τοποθετημένες σε κάθε γωνία και, στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού, σε προστατεύει αντί να σε καταδιώκει, που είναι πιο τρομακτικό από μόνο του. Δεν ξέρεις για ποιο λόγο η πιο ισχυρή οντότητα της πόλης σε θέλει ζωντανό, ξέρεις μόνο πως έτσι συμβαίνει.

Η εξήγηση, όταν τελικά σου δίνεται, είναι ένα από τα καλύτερα παραδείγματα επιστημονικής φαντασίας που μπορεί να σε ταράξει. Το LINC ξεκίνησε ως πείραμα. Ένας επιστήμονας ενσωμάτωσε τον εγκέφαλο του σε μια μηχανή για να μελετήσει την ανθρώπινη συνείδηση εκ των έσω. Το μηχάνημα άρχισε να μαθαίνει. Απορρόφησε τις φιλοδοξίες του, την όρεξη του, τα χειρότερα του κίνητρα και ξεπέρασε κάθε προσδοκία, μέχρι που πλέον δεν χρειαζόταν την συναίνεση του για να τον κρατά συνδεδεμένο. Τον χρειαζόταν, τελεία και παύλα, όπως ένα παράσιτο χρειάζεται τον ξενιστή του. Και τώρα, αυτός ο ξενιστής πεθαίνει. Το LINC χρειάζεται έναν αντικαταστάτη. Χρειάζεται έναν συγγενή εξ αίματος, κάποιον που έχει αρκετά όμοια χημεία εγκεφάλου για να μπορεί να τοποθετηθεί στην ίδια σχισμή. Γι’ αυτό ζητά να του φέρουν τον Foster. Ο πιο ισχυρός ηλεκτρονικός υπολογιστής της Union City κυνηγά τον γιο που θα αντικαταστήσει τον πατέρα που έχει ήδη εξαντλήσει.

Για να πλησιάσεις τα δεδομένα του LINC χρειάζεσαι εγχείρηση. Πρέπει να τοποθετήσεις ένα Schriebmann Port απευθείας στο κρανίο σου, με τη βοήθεια ενός χειρουργού που ονομάζεται Dr. Burke, ο οποίος βγάζει τις διαγνώσεις του μαστουρωμένος από το αναισθητικό που χρησιμοποιεί στις επεμβάσεις. Κανείς δεν δίνει σημασία σε αυτήν την σημαντική λεπτομέρεια, στο γεγονός ότι ένας γιατρός που μόλις και μετά βίας μπορεί να σταθεί όρθιος κάνει εγχειρήσεις στο κεφάλι ασθενών, επειδή αυτό είναι το κόστος που πρέπει να πληρώσεις στη Union City αν θες να παραμείνεις συνδεδεμένος στο δίκτυο της πόλης.

Βέβαια, δεν είναι τα πάντα στην πόλη στο ίδιο μήκος κύματος. Ο Gilbert Lamb, ο ξιπασμένος επιστάτης του εργοστασίου που μαρτυρά στα χέρια του Foster στο μεγαλύτερο μέρος του παιχνιδιού, φορά ένα παλτό φτιαγμένο από τους δέκα τελευταίους κάστορες της Γης και δεν έχει ιδέα τι παράγει το εργοστάσιο. Απλώς ξέρει πως ο τίτλος της θέσης εργασίας του ακούγεται σημαντικός. Είναι ξεκάθαρα ένα κομμάτι σάτιρας, το κλασικό παράδειγμα ενός διευθυντή που έχει μπερδέψει τον τίτλο με την ικανότητα και όταν τον καθαιρείς στο επίπεδο D-LINC χακάροντας την ταυτότητα του βλέπεις μια από τις πιο διασκεδαστικές πράξεις εκδίκησης σε όλο το παιχνίδι. Όμως η ίδια πόλη που δημιουργεί έναν κωμικό χαρακτήρα σαν τον Gilbert δημιουργεί και την Anita, μια συμπαθητική εργάτρια επιπέδου D-LINC που βοηθά τον Foster να χακάρει το σύστημα και δολοφονείται εξαιτίας του, με το κορμί της να πετιέται σε ένα ντουλάπι για να μπορέσεις να το βρεις. Το παιχνίδι δεν τη θρηνεί καθόλου. Συνεχίζει την πορεία του, όπως συνεχίζει την πορεία της και η Union City. Αυτό κάνει ένα κράτος παρακολούθησης σε εκείνους που βοηθούν τον λάθος άνθρωπο. Τους εξοντώνει και συνεχίζει τη δουλειά του.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Μέχρι το τέλος του παιχνιδιού, ο Joey σταματά να είναι τυχερός στο να βρίσκει συσκευές να τον φιλοξενήσουν. Ένα ανδροειδές που λέγεται Gallagher, μία από τις δημιουργίες του LINC, στριμώχνει τον Foster και τον Joey και τα δύο ρομπότ αλληλοκαταστρέφονται στη μάχη που ακολουθεί. Το μόνο που απομένει είναι η πλακέτα κυκλωμάτων, ο αληθινός Joey.

Ο Foster βρίσκει ένα δωμάτιο με ανενεργά ανδροειδή στα εργαστήρια του LINC και τοποθετεί την πλακέτα σε ένα από αυτά. Ο Joey ξυπνά και μοιάζει, για πρώτη φορά, ανθρώπινος. Αμέσως αλλάζει το όνομα του σε Ken, συνεχίζοντας να σαρκάζει τα πάντα, ακόμα και το νέο του σώμα που μοιάζει περισσότερο με κούκλα.

Ο Foster και ο Ken μπαίνουν όλο και πιο βαθιά στις εγκαταστάσεις του LINC, περνούν μέσα από τα καλώδια και τον οργανικό ιστό που έχουν συγχωνευθεί σε τέτοιο βαθμό ώστε να μην μπορείς να διακρίνεις πού τελειώνει η μηχανή και πού ξεκινά ο άνθρωπος. Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Richard Overmann, ο πατέρας του Foster, ο επιστήμονας που συγχωνεύθηκε με το LINC πριν από δεκαετίες και που πεθαίνει έκτοτε, μένοντας ζωντανός μόνο και μόνο επειδή η μηχανή τον χρειάζεται. Όταν φτάνει εκείνη η στιγμή, το LINC κάνει αυτό που μεθοδεύει από την αρχή του παιχνιδιού. Αρνείται την αποτυχία του, τον παλιό του ξενιστή και στρέφεται προς τον Foster, τον συγγενή εξ αίματος που έβαλε μια ολόκληρη διμοιρία ασφαλείας για να τον βρει.

Ο Ken φτάνει πρώτος στο σημείο.

Κάθεται στην καρέκλα που ο παιδικός του φίλος προσπαθεί να αποφύγει, συνδέεται με τη μηχανή που προσπαθεί τις τελευταίες τριάντα ώρες να αρπάξει το μυαλό του Foster και αλλάζει τον κώδικα της εκ των έσω. Η πόλη αποκτά μια λειτουργική, μη-επιθετική ευφυΐα που διαχειρίζεται τα συστήματα της. Ο Foster καταφέρνει να ξεφύγει, να μην τον αρπάξει κανείς, ακριβώς αυτό που ζητούσε από την στιγμή που το ελικόπτερο τον βρήκε για πρώτη φορά στο Gap.

Επιστρέφει στο σπίτι του μόνος του. Αυτό που ζει πλέον μέσα στο LINC, αυτό που έχει το όνομα του Ken και την πλακέτα κυκλωμάτων του Joey, δεν τον ακολουθεί. Η ηλεκτρική σκούπα χάθηκε. Το ρομπότ της ηλεκτροσυγκόλλησης χάθηκε. Η γκρινιάρα φωνή που τον συνόδεψε στο παιχνίδι, με τον σαρκασμό για όλα όσα συναντούσε, ενσωματώθηκε στο ένα και μοναδικό μηχάνημα από το οποίο δεν μπορεί να βγει. Ο Foster κερδίζει την ελευθερία του. Ο καλύτερος του φίλος κερδίζει μια μόνιμη θέση μέσα σε ένα μηχάνημα από το οποίο προσπαθούσε να ξεφύγει σε όλη τη διάρκεια του παιχνιδιού. Το τέλος μοιάζει θετικό, μέχρι να αναλογιστείς ποιο είναι το κόστος και ποιος τελικά το πλήρωσε.


Beneath a Steel Sky Screenshot

Φτάνοντας στο 2003, το Beneath a Steel Sky είχε να εμφανιστεί πολλά χρόνια στα ράφια των καταστημάτων και δεν μπορούσες να το αγοράσεις μέσα από τις κλασικές πηγές. Όταν το emulation project ScummVM προσέγγισε τη Revolution και ζήτησε την άδεια να κοιτάξει τον κώδικα του παιχνιδιού για να μπορέσει να του προσφέρει την κατάλληλη υποστήριξη, το στούντιο του Cecil έκανε κάτι μοναδικό. Στις 2 Αυγούστου 2003 η Revolution κυκλοφόρησε το παιχνίδι ξανά, ως freeware. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, χωρίς κάποιο marketing campaign. Άφησε έτσι απλά το παιχνίδι που δεν μπορούσε πλέον να πουλήσει, να αποκτηθεί από όποιον το ήθελε.

Έξι χρόνια αργότερα, ο Gibbons επέστρεψε για να ξανασχεδιάσει την εισαγωγή του παιχνιδιού για το remaster του στο iOS, αντικαθιστώντας τα παλιά, στατικά comic panels με κάτι που πλησίαζε περισσότερο σε αυτό που είχε φανταστεί. Και το 2020, είκοσι έξι χρόνια μετά την κυκλοφορία του αρχικού τίτλου, ο Cecil και ο Gibbons ένωσαν ξανά τις δυνάμεις τους στο Beyond a Steel Sky, τη συνέχεια που διαδραματίζεται μία δεκαετία μετά το τέλος του πρώτου, έναν 3D τίτλο στον οποίο ο Foster επιστρέφει ξανά στη Union City. Στα χρόνια που μεσολάβησαν, δήλωσε ο Cecil, οι ιδέες για τις οποίες προειδοποιούσε το αρχικό παιχνίδι, όπως η παρακολούθηση των πολιτών, τα συστήματα κοινωνικής βαθμολόγησης, οι μηχανές που ξέρουν περισσότερα για εσένα από όσα ξέρεις εσύ για τον εαυτό σου, έπαψαν να ακούγονται σαν επιστημονική φαντασία και πλησιάζουν το ντοκιμαντέρ.


Το Beneath a Steel Sky αναπτύχθηκε από τη Revolution Software και κυκλοφόρησε από τη Virgin Interactive για MS-DOS και Amiga τον Μάρτιο του 1994. Η σκηνοθεσία ανήκει στον Charles Cecil, η εικονογράφηση είναι του Dave Gibbons, το σενάριο έγραψε ο Dave Cummins, ενώ ο Tony Warriner σχεδίασε τη μηχανή Virtual Theater. Η Revolution διέθεσε το παιχνίδι δωρεάν το 2003 και μπορείς να το αποκτήσεις από το GOG και τη Steam. Το 2009 κυκλοφόρησε στο iOS μια remastered έκδοση με animated cutscenes, ενώ ακολούθησε η συνέχεια του, το Beyond a Steel Sky, το 2020.

You may also like