05/06/2026
Share

The planet is dying, and so is the hero (Part 5)

Ξεκίνα μια σοβαρή συζήτηση για την αφήγηση στα video games και το Final Fantasy VII θα προκύψει κάποια στιγμή στην κουβέντα. Όχι σαν μια εναλλακτική πρόταση, αλλά ως μια σταθερά, ως κάτι που είδε ο κόσμος όταν ήταν σε μικρή ηλικία, που προκάλεσε εντύπωση και έκτοτε όλες οι συγκρίσεις γίνονται σε σχέση με αυτό. Αυτό είναι το πιο σημαντικό επίτευγμα του παιχνιδιού και το πιο περίπλοκο ίχνος που άφησε για το μέλλον. Έχει πλέον τόση μεγάλη σημασία για τόσους πολλούς ανθρώπους, που κάθε συζήτηση γύρω από αυτό δεν μπορεί να διαχωριστεί από το συναίσθημα.

Ο τελευταίος μεγάλος μύθος των JRPGs

Αξίζει να σταθούμε λίγο σε αυτήν τη δυσκολία. Η ένταση αυτής της προσκόλλησης δεν είναι απλή νοσταλγία, η απελπισμένη επιθυμία να γυρίσουμε σε μια εποχή όπου όλα ήταν πιο απλά δικαιολογώντας αυτήν την στάση μας ως μια προτίμηση αισθητικής. Είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Το Final Fantasy VII χρησιμοποίησε συγκεκριμένες μεθόδους για να επικοινωνήσει το θέμα που πραγματευόταν, μεθόδους που δεν μπορούσαν να λειτουργήσουν σε μια κινηματογραφική ταινία ή ένα μυθιστόρημα. Η ιστορία μπήκε μέσα στον ψυχισμό των παικτών, διότι συμμετείχαν ενεργά σε αυτήν. Η κρίση ταυτότητας του Cloud ήταν κάτι που διαχειρίζονταν, όχι κάτι που απλώς παρατηρούσαν. Η απώλεια της Aerith συνέβη σε εκείνους, όχι μπροστά τους.

Κοντά τριάντα χρόνια αργότερα, ο παίκτης που θα δοκιμάσει τον τίτλο, ζει το ίδιο πράγμα.

Τι σημαίνουν τα νούμερα

Το Final Fantasy VII πούλησε 13,26 εκατομμύρια αντίτυπα στην πρώτη του εμφάνιση στο PlayStation, γεγονός που το ανέδειξε στον τίτλο με τις περισσότερες πωλήσεις της σειράς για πάνω από δύο δεκαετίες. Γνώρισε τα JRPGs στο Δυτικό mainstream κοινό που αγνοούσε γενικώς το συγκεκριμένο genre. Η διείσδυση του PlayStation στη Δύση, σε συνδυασμό με την πρωτόγνωρη διαφημιστική καμπάνια της Square και τους τρεις δίσκους που έδειχναν μια σοβαρότητα απέναντι στον καταναλωτή που είχε συνδυάσει το CD-ROM με την κινηματογραφική ποιότητα, δημιούργησε ένα πολιτιστικό φαινόμενο που καμία άλλη έκδοση της σειράς δεν είχε καταφέρει ως τότε.

Τα νούμερα που ακολούθησαν τις αρχικές πωλήσεις είναι εξίσου αξιόλογα. Το παιχνίδι κυκλοφόρησε ξανά σε κάθε σημαντική πλατφόρμα μετά το PlayStation: στα PCs, στο PlayStation 3, στο PlayStation 4, στο PlayStation 5, στο Xbox, στο Nintendo Switch, στο iOS και στο Android. Κάθε κυκλοφορία βρήκε νέο κοινό, ενεργοποιώντας ταυτόχρονα το ήδη υπάρχον. Το FFVII Remake, που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2020, πούλησε πάνω από 5 εκατομμύρια αντίτυπα τις τρεις πρώτες μέρες. Η συνέχειά του, το Rebirth, που κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2024, πούλησε πάνω από 2 εκατομμύρια αντίτυπα μέσα σε μια εβδομάδα.

Αυτοί οι αριθμοί δεν μπορούν να δικαιολογηθούν από την νοσταλγία. Δικαιολογούνται μόνο από μια ιστορία που συνεχίζει να βρίσκει ένα ακροατήριο που την έχει ανάγκη.

Η δυσκολία στη διαχείριση της επιτυχίας

Η διαχείριση του σύμπαντος του Final Fantasy από την Square μετά την κυκλοφορία του VII είναι μια μελέτη για τη δυσκολία που μπορείς να αντιμετωπίσεις όταν θες να καταλάβεις τι ήταν αυτό που το οδήγησε στην επιτυχία εξαρχής.

Το Advent Children, η CG ταινία του 2005, είναι η πιο αμφιλεγόμενη συμμετοχή σε αυτό που η Square ονόμασε Final Fantasy VII Compilation, μια σειρά από spin-offs, prequels και sequels που κυκλοφόρησαν στα μέσα της δεκαετίας του 2000. Η ταινία ενώνει ξανά το αρχικό cast δύο χρόνια μετά τα γεγονότα του παιχνιδιού, με τον Cloud να υποφέρει από μια αρρώστια που ονομάζεται Geostigma και να αρνείται να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους γύρω του. Ο οπτικός σχεδιασμός είναι εξωπραγματικός. Οι σκηνές δράσης παραμένουν ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα στην ιστορία των CG ταινιών. Και το βασικό θέμα της ταινίας, το γεγονός ότι ο Cloud εξακολουθεί, μετά από όλα όσα έχει περάσει, να παραμένει απόμακρος από τη γνήσια σύνδεση με τους ανθρώπους, προτιμώντας την απομόνωση, συμβαδίζει με όσα παρουσίασε το παιχνίδι για την ψυχολογία του.

Το πρόβλημα βρίσκεται στην εκτέλεση. Το Advent Children αντιμετωπίζει το πισωγύρισμα του Cloud στην κατάθλιψη ως μια δραματική κατάσταση που πρέπει να λυθεί και όχι ως μια ψυχολογική κατάσταση που πρέπει να γίνει κατανοητή. Η κάθαρση έρχεται μέσω του θεάματος, με την παρουσία της Aerith στο Lifestream, με την καθαρτική βροχή, με την επανένωση με τους φίλους του. Η πιο σιωπηλή προσέγγιση της θεραπείας του Cloud στο παιχνίδι την κάνει να μοιάζει ανεπαρκής. Η ταινία είναι οπτικά μεγαλοπρεπής και συναισθηματικά ρηχή, το ακριβώς αντίθετο από αυτό που έκανε το αρχικό υλικό να έχει τόσο συγκλονιστικό αποτέλεσμα.

Το Crisis Core, το prequel που κυκλοφόρησε το 2007 με πρωταγωνιστή τον Zack Fair, ήταν σημαντικά πιο επιτυχημένο. Επικεντρώνοντας την αφήγηση στον χαρακτήρα, ο θάνατος του οποίου προκάλεσε το ψυχολογικό τραύμα του Cloud, και κάνοντας την ιστορία του Zack συγκινητική από μόνη της, χωρίς να υπολείπεται της ιστορίας του Cloud, η εταιρεία ενδυνάμωσε όσα κατάφερε ο αρχικός τίτλος. Το τέλος του παιχνιδιού, η τελευταία μάχη του Zack, το πέρασμα του Buster Sword σε άλλα χέρια, η εικόνα που κράτησε κρυφή το αρχικό παιχνίδι για να πετύχει το μέγιστο δυνατό ψυχολογικό αντίκτυπο, προκαλεί τεράστια ένταση. Το remaster Crisis Core Reunion του 2022 γνώρισε το παιχνίδι σε μια νέα γενιά και επιβεβαίωσε την ποιότητα του υλικού.

Οι αποτυχίες μπορούν να μας μάθουν πολλά. Οι τίτλοι που δεν τα κατάφεραν, όπως το Dirge of Cerberus, το shooter με τον Vincent Valentine που καταποντίστηκε από τους κριτικούς όταν κυκλοφόρησε το 2006, είναι αυτοί που πήραν έναν χαρακτήρα από το οικοσύστημα του αρχικού τίτλου και του ζήτησαν να πάρει στους ώμους του μια ιστορία χωρίς τη θεματολογική υποδομή που τον έκανε να έχει ενδιαφέρον για το κοινό. Οι τίτλοι που τα κατάφεραν είναι εκείνοι που κατανόησαν τι σήμαινε ο αρχικός τίτλος και βρήκε νέες οπτικές για να παρουσιάσουν κάτι ουσιαστικό.

The Planet is Dying Part 5 Remake

Το remake ως δοκιμή ανανέωσης

Το Final Fantasy VII Remake, που έχει παραδώσει δύο μέρη με το τρίτο υπό ανάπτυξη, είναι η πιο φιλόδοξη προσπάθεια επιστροφής σε έναν ιστορικό τίτλο και κάνει κάτι που κανείς δεν έχει δοκιμάσει μέχρι σήμερα. Είναι ένα remake που ταυτόχρονα είναι και συνέχεια, μια αναδρομή που ταυτόχρονα είναι sequel, ένα έργο που βασίζεται στη νοσταλγία και που προσπαθεί ταυτόχρονα με ειλικρίνεια να μελετήσει τι σημαίνει η αρχική ιστορία σήμερα αντί απλώς να αναπαράξει όσα σήμαινε τότε.

Το πρώτο μέρος, που καλύπτει τη Midgar του αρχικού τίτλου σε περίπου σαράντα ώρες, διευρύνει το αρχικό υλικό παραμένοντας όμως πιστό σε αυτό. Προσθέτει βάθος στους δευτερεύοντες χαρακτήρες και προσφέρει έναν πλούτο στην εικόνα και στους ήχους της Midgar που ο αρχικός τίτλος δεν μπορούσε να αποδώσει λόγω των τεχνικών περιορισμών. Οι μελωδίες του Uematsu, με νέα παραγωγή και ηχογράφηση, είναι ακόμα η συναισθηματική ραχοκοκαλιά της εμπειρίας. Η διευρυμένη απεικόνιση της κουλτούρας της Shinra, με τα meetings των στελεχών, τη διαχείριση του PR, τη σκληρότητα, προσφέρουν στην πολιτική που υπάρχει στο παιχνίδι μια σύγχρονη ματιά.

Το Remake μας γνωρίζει και τα Whispers, αινιγματικές οντότητες που επιβάλουν τη μοίρα, που μοιάζουν να προασπίζουν το σενάριο του αρχικού τίτλου από κάθε προσπάθεια παρέκκλισης από αυτό. Μέχρι το τέλος του πρώτου μέρυς, τα Whispers έχουν ηττηθεί και το παιχνίδι μας ανακοινώνει ότι δεν θα αφηγηθεί ξανά την ίδια ιστορία. Το μέλλον είναι πλέον αβέβαιο. Οι χαρακτήρες που πέθαναν το 1997 μπορεί να μην πεθάνουν με τον ίδιο τρόπο, ή την ίδια στιγμή. Μπορεί να μην πεθάνουν και καθόλου.

Αυτή είναι μια απόφαση που δίχασε πολύ το κοινό. Για κάποιους παίκτες, οι αλλαγές μοιάζουν με προδοσία. Η υπόνοια ότι η Aerith μπορεί να ζήσει αμαυρώνει τη σημασία του θανάτου της. Για άλλους, είναι η πιο ειλικρινής προσέγγιση. Μια αναγνώριση ότι δεν μπορείς να αναπαράξεις μια εμπειρία του 1997 για ένα κοινό του 2020, ότι οι παίκτες που βλέπουν σήμερα την ιστορία δεν έχουν στη μνήμη τους το τέλος του αρχικού τίτλου και, επομένως, ένα πιστό remake είναι αδύνατο. Δεν μπορείς να κάνεις κάποιον να μην γνωρίζει ότι η Aerith πεθαίνει. Το remake επιλέγει να δουλέψει με αυτήν την πληροφορία και όχι να προσποιηθεί πως δεν υπάρχει.

Γιατί αυτή η ιστορία, γιατί τώρα

Το Final Fantasy VII κυκλοφόρησε σε μια συγκεκριμένη πολιτιστική στιγμή και μελέτησε συγκεκριμένα άγχη με τα εργαλεία που είχε στη διάθεσή του το 1997. Η αλληγορία της οικολογικής καταστροφής, μια εταιρεία που εκμεταλλεύεται την ενέργεια του πλανήτη για το κέρδος, ήταν αρκετά σημαντική στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Το 2024 μοιάζει με ντοκιμαντέρ. Το κενό ανάμεσα στη συμπεριφορά της Shinra και σε όσα έχει προκαλέσει ο καπιταλισμός σήμερα έχει μειωθεί σημαντικά.

Το ψυχολογικό κομμάτι έχει ενηλικιωθεί με διαφορετικό τρόπο. Στην πραγματικότητα δεν έχει ενηλικιωθεί καθόλου. Το ερώτημα για το πώς ο άνθρωπος επιζεί μετά από ένα τραύμα, για το ποιους εαυτούς χτίζουμε μέσα από τα συντρίμμια, για το τι σημαίνει να συντηρείς μια ψεύτικη ταυτότητα και για το τι χρειάζεται για να την αφήσεις ώστε να είσαι αληθινός, δεν αφορά συγκεκριμένες χρονικές περιόδους. Ο μηχανισμός των κυττάρων της Jenova και η δηλητηρίαση από το Mako είναι η επένδυση της επιστημονικής φαντασίας γύρω από μια παρατήρηση για την ανθρώπινη ψυχολογία που είναι αέναη.

Το μέσο επικοινωνίας και το μήνυμα

Υπάρχει και κάτι τελευταίο για το Final Fantasy VII που έχει να κάνει με τη μορφή του και όχι με το περιεχόμενό του. Αυτήν την ιστορία δεν θα μπορούσε να την αφηγηθεί κάποιο άλλο μέσο.

Ο αναξιόπιστος αφηγητής είναι ένα εργαλείο με τεράστια πορεία στην πρόζα. Αλλά η πρόζα δεν μπορεί να σε κάνει να νιώσεις υπεύθυνος για τις πράξεις του αναξιόπιστου αφηγητή για σαράντα ώρες μέχρι να σου αποκαλύψει την αναξιοπιστία του. Ο κινηματογράφος δεν μπορεί να σε κάνει να επενδύσεις με πράξεις και αποφάσεις για την επιβίωση ενός χαρακτήρα. Το βάρος της κρίσης ταυτότητας του Cloud έχει υπόσταση επειδή έχεις αναλάβει ενεργά τον ρόλο του Cloud.

Όταν η σκηνή του Lifestream σου ζητά να βοηθήσεις την Tifa να ξεδιαλύνει τις αναμνήσεις του Cloud, σου ζητά κάτι που δεν μπορείς να βρεις σε καμία άλλη μορφή τέχνης. Σου ζητά να συμμετέχεις στην αναδόμηση του πραγματικού εαυτού ενός ανθρώπου. Η βούλησή σου είναι περιορισμένη, αφού το παιχνίδι ελέγχει το αποτέλεσμα, αλλά η πράξη της συμμετοχής αλλάζει εντελώς το αποτέλεσμα στο συναίσθημά σου. Αντί να παρακολουθείς κάποιον να αναρρώνει, τον βοηθάς να αναρρώσει.

Μόνο αυτό το μέσο ψυχαγωγίας μπορεί να κάνει κάτι τέτοιο και το Final Fantasy VII το γνώριζε το 1997, με μια διαύγεια που δεν έχουν πολλά από τα παιχνίδια του σήμερα. Οι μηχανισμοί είναι όλο το νόημα. Η αλληλεπίδραση είναι το βασικό θέμα. Ο λόγος που η ιστορία του Cloud έχει διαφορετική αίσθηση σε σχέση με άλλες αντίστοιχες του κινηματογράφου ή της λογοτεχνίας δεν είναι κατά βάση η ποιότητα του σεναρίου, αν και το σενάριο είναι πραγματικά καλό. Είναι το γεγονός ότι συμμετέχεις σε αυτήν την ιστορία, αντί να την παρακολουθείς.

Τι μας απομένει

Ο πλανήτης εξακολουθεί να πεθαίνει, τόσο στο σενάριο του παιχνιδιού όσο και έξω από αυτό. Ο Cloud εξακολουθεί να ξεδιαλύνει τα απομεινάρια της ίδιας του της ιστορίας στο Remake. Η Aerith εξακολουθεί να είναι νεκρή στον αρχικό τίτλο και αν το Remake ακολουθήσει άλλη κατεύθυνση, εξακολουθεί να είναι το πρόσωπο που είδε τον αληθινό Cloud πριν τον δει ο ίδιος.

Η μελωδία «Aerith’s Theme» του Nobuo Uematsu συνεχίζει να ακούγεται στο Forgotten Capital και εξακολουθεί να προκαλεί αυτό που προκαλούσε και το 1997. Ακούγεται τη στιγμή που νιώθεις ότι έχεις χάσει κάτι που δεν θα ξαναβρείς ποτέ, κάτι που είχε πολύ περισσότερη σημασία από αυτή που του απέδιδες τόσο καιρό που το είχες στα χέρια σου. Αυτό το κομμάτι έχει παιχτεί από πολυάριθμες ορχήστρες σε όλο τον κόσμο. Έχει ακουστεί σε γάμους και σε κηδείες. Υπάρχει πλέον έξω από το παιχνίδι που το γέννησε, είναι μια μελωδία που σημαίνει κάτι σε ανθρώπους που δεν έχουν αγγίξει ποτέ χειριστήριο.

Αυτό το φαινόμενο, το κομμάτι ενός video game που βρήκε απήχηση σε έναν ευρύτερο πολιτιστικό χώρο, είναι η απόδειξη των επιτευγμάτων του τίτλου. Το παιχνίδι αφηγήθηκε μια ιστορία για το πένθος, την ταυτότητα, την οικολογική καταστροφή, τη δύναμη των εταιρειών και την ικανότητα του ανθρώπου να επιβιώνει από την καταστροφή του εαυτού που νόμιζε πως ήταν. Και το λέει με έναν τρόπο που ο κόσμος που την άκουσε την κουβαλάει μέσα του και τη διαδίδει και συνεχίζει να επιστρέφει σε αυτήν.

Κάποιες ιστορίες δεν τελειώνουν ποτέ. Βρίσκουν συνέχεια ανθρώπους που τις χρειάζονται.

You may also like